Τρ 27 Σεπτεμβρίου 22
ΑρχικήΔελτία Τύπου 2011Δελτία Τύπου Μάρτιος 201111-03-2011: Ομιλία Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη κ.Μανώλη Όθωνα κατά τη συζήτηση στη Βουλή του Σχεδίου Νόμου για «Σύσταση Γραφείου...

11-03-2011: Ομιλία Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη κ.Μανώλη Όθωνα κατά τη συζήτηση στη Βουλή του Σχεδίου Νόμου για «Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις»

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Αθήνα, 11 Μαρτίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ομιλία Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη κ.Μανώλη Όθωνα κατά τη συζήτηση στη Βουλή του Σχεδίου Νόμου για «Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Είναι γεγονός, ότι για τρίτη συνεχόμενη φορά μέσα σε πάρα πολύ λίγο διάστημα, νομοθετικές πρωτοβουλίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη βρίσκουν μία τεράστια δυσκολία να συζητηθούν κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία της Ολομέλειας. Νομίζω, ότι είναι πάρα πολύ πρόσφατα τα γεγονότα.

Όλοι θυμόμαστε τη νομοθετική πρωτοβουλία για το άσυλο και την υπηρεσία πρώτης υποδοχής, αλλά και μία σειρά από προοδευτικές, δημοκρατικές ρυθμίσεις για τη διαχείριση του μεταναστευτικού προβλήματος, που προσέκρουσαν στη μονοπώληση της συζήτησης για το Φράχτη του Έβρου.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η ιστορική σύσταση του Αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος, της Ελληνικής Ακτοφυλακής μετετράπη σε συζήτηση για τα προβλήματα της ποντοπόρου Ελληνικής Ναυτιλίας.

Σήμερα, μία νομοθετική πρωτοβουλία που εμπεριέχει μία σειρά λειτουργικών ρυθμίσεων αναβάθμισης των υπηρεσιών εσωτερικής ασφάλειας της χώρας, σχεδόν μονοπωλήθηκε από την επικαιρότητα και το ζήτημα των μεταναστών της Υπατίας.

Σε ό,τι αφορά το θέμα αυτό, νομίζω ότι η όλη συζήτηση που προηγήθηκε σήμερα, δεν αλλάζει καθόλου την ευκρίνεια της εικόνας που ο μέσος πολίτης είχε και διατηρεί, παρά τη συστηματική προσπάθεια αυτή η εικόνα να αλλοιωθεί, να στρεβλωθεί.

Ποια είναι, λοιπόν, τα δεδομένα; Η Κυβέρνηση επέλεξε εξ ʼ αρχής μία στάση ψυχραιμίας και νηφαλιότητας, οριοθετώντας πάρα πολύ συγκεκριμένα και πάρα πολύ αυστηρά ποιο είναι το πλαίσιο της συζήτησης. Επέμεινε σε αυτή τη γραμμή. Δόθηκε μία διέξοδος με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, σε συνεργασία -στο βαθμό που αυτή μπορούσε να επιτευχθεί- με τους εκπροσώπους των μεταναστών, διότι, όπως είναι γνωστό, οι μετανάστες ετεροεκπροσωπούντο σε μεγάλο βαθμό από τρίτα πρόσωπα.

Επίσης, δεν προέβη σε ενέργειες που καλλιεργούν αβάσιμες ή πλασματικές προσδοκίες σε ευρύτερα μεταναστευτικά στρώματα. Εάν το έκανε αυτό, οι επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στους ήδη νόμιμα διαμένοντες μετανάστες στην Ελλάδα, θα ήταν πράγματι πάρα πολύ δυσάρεστες.

Ενώ, λοιπόν, αυτά είναι τα δεδομένα και αυτό ήταν και παρέμεινε μέχρι τέλους το πλαίσιο με το οποίο κινήθηκε η Κυβέρνηση και μέσα στο πλαίσιο αυτό αναζητήθηκε και βρέθηκε η λύση, μία λύση που με ανακούφιση όχι η Κυβέρνηση, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας υποδέχθηκε, έχει στηθεί ένα σκηνικό όπου από τη μία μεριά, κάποιοι υποκριτικά διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ότι χάθηκε η τιμή της Κυβέρνησης και της πατρίδος. Ο πραγματικός τους πόνος, όμως, είναι ότι χάθηκε η ευκαιρία να γίνει ένα μακελειό, που ίσως θα πυροδοτούσε πραγματικά ξενοφοβικά και ρατσιστικά αισθήματα στην κοινωνία, κάτι που εξάλλου οι ίδιοι κύκλοι με τη λοιπή πολιτική τους δράση, συστηματικά επιδιώκουν.

Από την άλλη μεριά, στο ίδιο σκηνικό κάποιοι άλλοι εξίσου υποκριτικά επιχειρούν να εμφανιστούν θριαμβευτές. Πανηγυρίζουν, γιατί αποδέχθηκαν μετά από σαράντα πέντε μέρες το πλαίσιο των προτάσεων που η Κυβέρνηση πρότεινε από την πρώτη μέρα που ανέκυψε το θέμα. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Από κοντά, βέβαια, σ’ αυτό το σκηνικό επιχειρούν να εμφανιστούν, για να μην χάσουν την επαφή με μία παραδοσιακή εκλογική πελατεία, ως κομπάρσοι όμως, παρ ʼ ότι εκπρόσωποι της μείζονος Αντιπολίτευσης, όλοι εκείνοι οι οποίοι ψάχνουν από χθες το βράδυ να συγκρίνουν, να συσχετίζουν, να διασταυρώνουν νόμους και διατάγματα μήπως και ανακαλύψουν τρόπο, που δεν ανακάλυψαν οι ίδιοι, όταν μέσα σε πέντε χρόνια με δύο νομοθετικές ρυθμίσεις νομιμοποίησαν πάνω από εκατόν είκοσι χιλιάδες μετανάστες.

Η πραγματικότητα, όμως -επαναλαμβάνω- είναι τόσο συγκεκριμένη και τόσο αδιαμφισβήτητη, που όλες αυτές οι προσπάθειες θα πέσουν στο κενό.

Εξάλλου, δεν είναι τώρα η κορύφωσή τους. Είναι οι ίδιοι κύκλοι που στήνουν αυτό το σκηνικό και που εκείνη την κρίσιμη βραδιά της εκκένωσης της Νομικής, είτε κάποιοι εξ αυτών προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν τον ιδιοκτήτη που θα φιλοξενούσε τους μετανάστες, είτε κάποιοι άλλοι εμπόδιζαν τους μετανάστες, να μετακινηθούν, γιατί ήταν πολύ αργά τη νύχτα και ήταν αγουροξυπνημένοι.

Ούτε οι μεν ούτε οι δε είχαν στο μυαλό τους επιλογή διεξόδου της λύσης, αλλά σκηνικό σύγκρουσης. Εμείς, ως Κυβέρνηση, είχαμε κάνει στρατηγική επιλογή να το αποφύγουμε, χωρίς εκπτώσεις και αυτό εντέλει επετεύχθη.

Σε ό,τι αφορά το νομοσχέδιο. και εδώ δυστυχώς, η υποκρισία δεν έλειψε.

Και εδώ αυτόκλητοι προστάτες και υπερπροστάτες της Ελληνικής Αστυνομίας διαμαρτύρονται εξ ονόματος, υποτίθεται, των αστυνομικών που θίγονται από διατάξεις, όπως η ίδρυση του Γραφείου Καταπολέμησης της Αυθαιρεσίας, λες και δεν γνωρίζουν ότι στην ελληνική πολιτεία είναι διάχυτη η αίσθηση -και αυτό είναι μία πραγματικότητα- ότι οι καταγγελλόμενες περιπτώσεις τέτοιου είδους δεν διερευνώνται πάντα με τον διαυγέστερο, ταχύτερο, δικαιότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο.

Αυτό πιστεύουν εννιά στους δέκα Έλληνες.

Μόνο στην Αστυνομία, θα μου πείτε; Όχι. Για το σύνολο του πειθαρχικού δικαίου του δημόσιου τομέα.

Επιτρέψτε μου να σας πω ότι εμείς έχουμε πολιτική ευθύνη -ο κ. Χρήστος Παπουτσής πρωτίστως- να νομοθετούμε και να παρεμβαίνουμε στο δικό μας τομέα πολιτικής και αυτό κάνουμε και μακάρι να βρεθούν μιμητές και στα άλλα Υπουργεία και να βάλουν στο πειθαρχικό δίκαιο του εσωτερικού των υπηρεσιών θεσμούς αξιοπιστίας τέτοιους, που θα διασφαλίζουν τις διαδικασίες και θα ενισχύουν το αίσθημα των πολιτών, ότι τα πράγματα δεν κουκουλώνονται.

Διαμαρτύρονται εκείνοι εκ μέρους των αστυνομικών, λες και δεν γνωρίζουν ότι η πρόταση αυτή είναι διαχρονική πρόταση των ίδιων των αστυνομικών, οι οποίοι θέλουν την αξιοπιστία των διαδικασιών, ακριβώς για να είναι προστατευμένη η συντριπτική πλειοψηφία εκείνων που πράττουν τη δουλειά τους καθημερινά στη μάχη με το έγκλημα. Αυτό, λοιπόν, το αίτημα των αστυνομικών ουσιαστικά υιοθετεί η Κυβέρνηση, ακούγοντας μια σειρά παρατηρήσεις και διαφοροποιώντας την αρχική διάταξη κατά την επεξεργασία στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή. Και νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα άδικο -αν όχι, επαναλαμβάνω, υποκριτικό- να υπάρχει επιμονή σε απόψεις που προσπαθούν να παρουσιάσουν τη συγκεκριμένη ρύθμιση, ανεξάρτητα από τον τίτλο του νομοσχεδίου για τον οποίο ακούστηκαν σχόλια που είναι συζητήσιμα, ως επιθετική ή πολύ περισσότερο, εχθρική κίνηση έναντι του Σώματος των αστυνομικών.

Και ποιοι κάνουν αυτή την κίνηση, την υποτιθέμενη εχθρική; Εκείνη η παράταξη, εκείνη η Κυβέρνηση, εκείνοι οι πολιτικοί οι οποίοι διαχρονικά -και επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι δεν είναι σύμπτωση- έχουν ταυτιστεί με όποια εκσυγχρονιστική προσπάθεια, όποια νέα δομή, με όλες τις μεγάλες επιτυχίες του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας, με τη δυνατότητα συνδικαλιστικής έκφρασης των αστυνομικών. Όμως, είναι οι ίδιοι εκείνοι -στη συγκεκριμένη συγκυρία ο κ. Χρήστος Παπουτσής και εγώ στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου- που σ ʼ αυτό το ίδιο νομοσχέδιο, το οποίο τόσο αδικήσαμε στη συζήτηση, έχουν μία σειρά διατάξεων, όπως είναι η παράταση παραμονής στον ειδικό λογαριασμό αρωγής των αστυνομικών από τα πέντε στα δέκα χρόνια, που αυξάνουν το επίδομα όσων υπηρετούν σε υπηρεσίες γραφείου, λόγω τραυματισμού στην υπηρεσία τους, από 100 σε 300 ευρώ το μήνα για όλα τα Σώματα Ασφαλείας, που δίνουν τη δυνατότητα να καλύπτονται τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής συγγενών όσων χτυπήσουν και νοσηλεύονται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας, που επιτρέπουν την αξιοποίηση από τα Σώματα Ασφαλείας των οχημάτων που κατάσχονται κατά την άσκηση της δραστηριότητας, που δίνουν τη δυνατότητα να επανεξετάζεται η ικανότητα να φέρουν όπλα αντί σε ένα χρόνο, όπως προβλεπόταν, σε έξι μήνες, ενώ υπάρχει και μια σειρά άλλες ρυθμίσεις, πάγια και διαχρονικά, επαναλαμβάνω, αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος των αστυνομικών.

Σε ό,τι αφορά την Αγροφυλακή -με όλο το σεβασμό και μη αμφιβάλλοντας για τις προθέσεις του συναδέλφου κ. Βύρωνα Πολύδωρα, ο οποίος είχε τη νομοθετική πρωτοβουλία να ιδρύσει το Σώμα- ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις πραγματικές επιδιώξεις, αυτό που στην πραγματικότητα έγινε, δεν ήταν οι περιβόητοι αγροφύλακες να φέρουν στα δάση όπλα, αλλά αντιθέτως, όπως οι ίδιοι είπαν κατά τη διαδικασία ακρόασης φορέων στην Επιτροπή, μετακινούνταν με τα ίδια τους τα αυτοκίνητα, δεν πήραν ποτέ στολές, επικοινωνούσαν με τα προσωπικά τους κινητά τηλέφωνα και πλήρωναν το λογαριασμό και περίπου σε όσους από αυτούς επιχείρησαν να λειτουργήσουν έστω στοιχειωδώς, το κόστος όλων αυτών των υπηρεσιών που κατέβαλαν από μόνοι τους υπερκάλυπτε το μισθό που έπαιρναν.

Αυτό το Σώμα είναι το Σώμα που καταργείται, συνέπεια μιας σαφούς προγραμματικής και προεκλογικής δέσμευσης του ΠΑΣΟΚ και αυτό το Σώμα οι ίδιοι, επαναλαμβάνω, στην Επιτροπή, αντί να καταγγείλουν εμάς που τους καταργούμε, κατήγγειλαν την απραξία και την απαξίωση επί δυόμισι χρόνια που τους είχε οδηγήσει πραγματικά σε εντελώς αναξιοπρεπείς όρους επαγγελματικής διαβίωσης.

Σε ό,τι αφορά τους εποχικούς δασοπυροσβέστες και την τακτοποίηση του θέματός τους, θέλω να σας πω ότι ο Χρήστος Παπουτσής και εγώ αισθανόμαστε πραγματικά ότι είναι ιδιαίτερα ευτυχής συγκυρία και ιδιαίτερη τιμή για μας που συνέπεσε ή έτυχε ή πέτυχε να ταυτιστούμε εμείς με τη λύση αυτή, που είναι λύση στο όνομα του συνόλου του πολιτικού κόσμου για ένα ζήτημα που είχε γίνει ζήτημα τιμής για το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Διότι αυτή η υπόθεση έρχεται από πολύ μακριά, δεκαπέντε περίπου χρόνια, με μεγάλη ταλαιπωρία, με πολλές υποσχέσεις, που δεν υλοποιήθηκαν όχι πάντα επειδή κάποιοι ενέπαιζαν κάποιους άλλους, αλλά γιατί πράγματι συγκυρίες, δυσκολίες δεν κατέστησαν εφικτή μια λύση σαν αυτή που δίνεται σήμερα, η οποία, καθ ʼ ομολογίαν των ίδιων, υπερβαίνει τις προσδοκίες τους.

Υπερβαίνει και τις δυνατότητες της συγκυρίας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, διότι νομίζω ότι όλοι έχουμε επίγνωση ότι αυτό γίνεται σε μία περίοδο δημοσιονομικής πειθαρχίας, περικοπών, ελέγχου των προσλήψεων. Δίνουμε μία λύση ισορροπημένη, η οποία εξυπηρετεί και τους ίδιους και το Πυροσβεστικό Σώμα.

Σε σχέση με κάποιες συγκεκριμένες παρατηρήσεις που ακούστηκαν -και μ ʼ αυτό κλείνω, κύριε Πρόεδρε και ευχαριστώ για το χρόνο- εμείς πραγματικά θεωρούμε ότι σε ό,τι αφορά αυτή τη ρύθμιση -και αυτό κάνουμε από την αρχή- εξαντλούμε κάθε δυνατότητα. Ακούσαμε με μεγάλη προσοχή αρκετούς συναδέλφους που βάζουν στη συζήτηση, έστω και αυτή την τελευταία ώρα, κάποιες παρατηρήσεις.

Θέλω να πω, καταρχήν, σε ό,τι αφορά τους εθελοντές πυροσβέστες του Πυροσβεστικού Σώματος, ότι αυτό έχει συμπεριληφθεί ως κριτήριο μοριοδότησης κατά τη διαδικασία της προκήρυξης που θα γίνει. Επίσης, θέλω να πω σε ό,τι αφορά τους απόφοιτους του δημοτικού μετά το 1980, όταν πια το δημοτικό δεν είναι τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ότι εμείς -και νομίζω ότι πρέπει να μπει ένας κανόνας- υπακούσαμε στο προσοντολόγιο του δημοσίου, όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 25 του Προεδρικού Διατάγματος 50/2001, που λέει ότι ο τίτλος σπουδών πρέπει να είναι ο εκάστοτε τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Σε ό,τι αφορά τις παρατηρήσεις που θέλουν να δώσουμε μία παραπάνω ευχέρεια στους μεγαλύτερης ηλικίας, ο Υπουργός κάνει αποδεκτές τις παρατηρήσεις των συναδέλφων για την αύξηση του αντίστοιχου ορίου ηλικίας από τα 54 στα 56 χρόνια, όπως επίσης και την αύξηση του ορίου ηλικίας των αποφοίτων λυκείου, οι οποίοι δύνανται τη ζητήσουν τη μονιμοποίησή τους στη συνέχεια, μετά το τέλος της πενταετίας. Μετά από τη μεγάλη πίεση αρκετών συναδέλφων, προεξεχούσης της συναδέλφου από τη Θεσσαλονίκη κυρίας Χρύσας Αράπογλου, θα γίνει και αυτή η προσαρμογή του ορίου ηλικίας.

Κλείνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για να μην παραχθεί η μεγάλη παραδοξότητα και αντίφαση να καταψηφίσουν μια σειρά Κόμματα επί της αρχής ένα νομοσχέδιο του οποίου, όμως, τα άρθρα είμαι σίγουρος ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στη συνέχεια θα υπερψηφίσουν, γιατί δεν μπορούν να συγκρουστούν με το αυτονόητο και το αυτονόητο είναι η αναγκαιότητα και το δίκαιο των ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται ως απαίτηση πολλών κοινωνικών ομάδων που είναι εδώ γύρω μας και που μας κρίνουν όλους, ψηφίστε το και επί της αρχής, για να υπάρχει και μία πολιτική συνέπεια και μια έμπρακτη απόδειξη ότι μπορούμε να συνεννοηθούμε σε μια σειρά ζητήματα που μπορούν να μας ενώσουν.

Ευχαριστώ.

Τελευταίες Αναρτήσεις