Πε 29 Σεπτεμβρίου 22
ΑρχικήΔελτία Τύπου 2011Δελτία Τύπου Μάρτιος 201111-03-2011: Ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρήστου Παπουτσή κατά τη συζήτηση στη Βουλή (10/3) του Σχεδίου Νόμου...

11-03-2011: Ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρήστου Παπουτσή κατά τη συζήτηση στη Βουλή (10/3) του Σχεδίου Νόμου για «Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις»

Αθήνα, 11 Μαρτίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρήστου Παπουτσή κατά τη συζήτηση στη Βουλή (10/3) του Σχεδίου Νόμου για «Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χαίρομαι διότι από το μέσον της συζήτησης και έπειτα και κατά τη διεργασία των άρθρων, η συζήτηση περιεστράφη στην ουσία του νομοσχεδίου. Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους και τους Εισηγητές των Κομμάτων που ανέδειξαν την αξία των συγκεκριμένων άρθρων και των διατάξεων που προτείνονται. Θέλω, όμως, να επιμείνω πρώτον σε ορισμένα σημεία τα οποία δεν αποσαφηνίστηκαν και δεύτερον, σε ένα σημείο το οποίο δεν ανεδείχθη.

Αναφέρομαι πρώτα απ’ όλα στην απλή αναλογική στο εκλογικό σύστημα στο συνδικαλισμό των αστυνομικών. Τώρα που κάθε ταμπού περί αστυνομικού συνδικαλισμού ανήκει οριστικά στο παρελθόν, όπως ανήκουν στο παρελθόν οριστικά και εκείνες οι φωνές οι οποίες μιλούσαν για υπονόμευση της Αστυνομίας και υπονόμευση της πειθαρχίας και που όψιμα εμφανίστηκαν και σήμερα και τις προηγούμενες ημέρες ως υπερασπιστές της ελευθερίας του αστυνομικού συνδικαλισμού. Ωστόσο όμως, επειδή είμαστε πραγματικά σε μια άλλη εποχή, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για την υιοθέτηση της απλής αναλογικής στην εκλογή των οργάνων και στα Σωματεία των Αστυνομικών και των Ειδικών Φρουρών. Θεωρώ ότι αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας. Θεωρώ ότι η πείρα από την πολυετή λειτουργία των συνδικαλιστικών οργάνων των αστυνομικών δείχνει ότι μπορούν πλέον να εφαρμοστούν αναλόγως και οι διατάξεις του ν. 1264/1982 στην εκλογή των οργάνων τους, κάτι το οποίο ήδη συμβαίνει στην εκλογή των οργάνων των άλλων δυο Σωμάτων Ασφαλείας, του Λιμενικού Σώματος και του Πυροσβεστικού Σώματος.

Δεύτερον, όσον αφορά την παράγραφο 4, του άρθρου 20, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Νάκος επιμένοντας πάρα πολύ στη λογική ότι επιχειρείται μία νέα κομματική παρέμβαση στο συνδικαλισμό της ΕΥΠ αυτή τη φορά, θέλω να υπενθυμίσω ότι στο άρθρο 15 του ν. 3639/2008, δηλαδή στο βασικό νόμο της ΕΥΠ, τον οποίον υπενθυμίζω ότι εισηγήθηκε η Νέα Δημοκρατία στη Βουλή, εξαιρέθηκε η ΕΥΠ από την εκπροσώπηση με απευθείας εκλογή από τους εργαζόμενους και για κάποιο λόγο, τον οποίον ποτέ δεν εξήγησε η Νέα Δημοκρατία στη Βουλή των Ελλήνων, επέβαλε να υπάρχει εκπροσώπηση των εργαζομένων από δυο εκπροσώπους οι οποίοι ορίζονται από το δευτεροβάθμιο όργανο. Ε, λοιπόν, εμείς σ’ αυτό ακριβώς επεμβαίνουμε. Δεν κάνουμε κάποια κομματική παρέμβαση. Επεμβαίνουμε αποκαθιστώντας αυτό το οποίο εσείς, χωρίς καμία απολύτως εξήγηση, δημιουργήσατε.

Προβλέπεται, λοιπόν, με τη διάταξη αυτή ότι στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο των υπαλλήλων της ΕΥΠ μετέχουν δυο εκπρόσωποι των υπαλλήλων που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των υπαλλήλων της ΕΥΠ για λόγους αντιπροσωπευτικότερης εκπροσώπησης του προσωπικού σε αυτό το Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

Βεβαίως, όπως γνωρίζετε άριστα, ανάλογες ρυθμίσεις ισχύουν για το σύνολο των υπηρεσιακών συμβουλίων των Υπουργείων, σύμφωνα με το άρθρο 159 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3839/2010.

Θα ήθελα, λοιπόν, σε κάποια άλλη ευκαιρία ενδεχομένως, ή στη συνέχεια ο Κοινοβουλευτικός σας Εκπρόσωπος να εξηγήσει στο Σώμα σε τι ακριβώς συνίσταται η κομματική παρέμβαση και η αποκατάσταση των αρεστών.

Τρίτο σημείο στο οποίο θέλω να επιμείνω, αφορά τη συνεχιζόμενη επιχειρηματολογία σχετικά με την ανώνυμη καταγγελία στο Γραφείο αντιμετώπισης της αστυνομικής αυθαιρεσίας. Εδώ, θέλω να πω πολύ καθαρά στους συναδέλφους που έθιξαν το θέμα αυτό και επιμένουν, ότι δεν έχουν δίκιο. Κατ’ αρχάς η ίδρυση του Γραφείου αποβλέπει στη δημιουργία ενός θεσμού που θα ασχολείται με τη διοικητική έρευνα. Θυμίζω ότι η πειθαρχική έρευνα είναι διοικητική έρευνα. Γι’ αυτό και πρέπει οι αρχές και οι διαδικασίες που διέπουν το νέο θεσμό να συμβαδίζουν με τις αρχές και τις διαδικασίες του πειθαρχικού δικαίου. Για πολλοστή φορά, θέλω να τονίσω ότι δεν εισάγουμε νέο πειθαρχικό δίκαιο. Απλά προσπαθούμε να βελτιώσουμε τις υφιστάμενες διαδικασίες. Εξ’ αυτής της αιτίας, λοιπόν, η κοινή λογική αλλά και η νομική επιστήμη που πρέπει να διέπεται από μία ενότητα στις αρχές και τη δικονομία της, επιβάλλουν να κινηθούμε στα χνάρια του πειθαρχικού δικαίου που υφίσταται και εφαρμόζεται απρόσκοπτα επί δεκαετίες στη χώρα.

Έτσι, λοιπόν, το άρθρο 23 του Προεδρικού Διατάγματος 120/2008 που αφορά στο πειθαρχικό δίκαιο του αστυνομικού προσωπικού στην παράγραφο 3, προβλέπεται ρητά η δυνατότητα της ανώνυμης καταγγελίας, η οποία εξετάζεται στην ουσία της μόνο εάν περιέχει επαρκή στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την διενέργεια της έρευνας. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι υποθέσεις τίθενται στο αρχείο.

Θέλω να πω ότι αντίστοιχες διατάξεις υπάρχουν και εφαρμόζονται και για τα άλλα Σώματα Ασφαλείας και όχι μόνο για την Αστυνομία.

Επίσης, θέλω να υπενθυμίσω σε όσους ξεχνούν τη δικαιολογητική βάση αυτών των ρυθμίσεων ότι ο λόγος που δίδεται στους πολίτες η δυνατότητα της ανώνυμης καταγγελίας είναι ότι ο αστυνομικός ασκεί ένα είδος δημόσιας εξουσίας. Και είναι ενδυναμωμένος ο ρόλος του σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο δημόσιο επάγγελμα. Οι αρμοδιότητες, λοιπόν, του αστυνομικού σχετίζονται με περιορισμό πολύ σοβαρών ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, όπως είναι η ελευθερία, τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, το οικιακό άσυλο, η σωματική έρευνα και άλλα.

Επομένως, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης τέτοιων φαινομένων και άσκησης τέτοιων αρμοδιοτήτων ο πολίτης είναι ανίσχυρος μπροστά στον αστυνομικό.

Γι’ αυτό ο φόβος του, ότι μπορεί να βρεθεί σ’ αυτήν την ανίσχυρη θέση λειτουργεί ανασταλτικά και κάποιες φορές τον οδηγεί να φοβάται την επώνυμη καταγγελία.

Επιπλέον, θέλω να σταθώ στην παράγραφο 5 του συγκεκριμένου άρθρου η οποία εισάγει ουσιαστικά μία διαδικασία επανάληψης της πειθαρχικής δίκης στις περιπτώσεις καταδίκης της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την οποία ορισμένοι συνάδελφοι εξέφρασαν επιφυλάξεις και διαμαρτυρήθηκαν.

Καταρχάς, όπως είπα και κατά τη διάρκεια της Επιτροπής, εμείς δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι εντελώς καινούργιο, ούτε ανακαλύψαμε ξαφνικά την πυρίτιδα, ούτε προτείνουμε στη Βουλή κάποιες δικές μας επινοήσεις. Σε όλες τις ρυθμίσεις που εισάγουμε υπάρχει κάποια αντίστοιχη διαδικασία ή κάποια διεθνή κείμενα που θέτουν συγκεκριμένες προδιαγραφές.

Έτσι λοιπόν κι εδώ δεν είναι δυνατόν να λέει κανείς ότι όταν η χώρα μας δικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να μένει απαθής, να μην κινείται, να μην κάνει τίποτα, να μην αντιδρά.

Πού είναι λοιπόν εδώ σ’ αυτές τις περιπτώσεις η απονομή της δικαιοσύνης, όταν το πειθαρχικό με σφάλματα στη διαδικασία του και την κρίση του αθώωσε έναν αστυνομικό και οδήγησε έναν πολίτη όχι μόνο στο να χάσει όλα τα δικαστήρια αλλά ακόμα και να καταδικαστεί για τη συκοφαντική δυσφήμηση του αστυνομικού; Εδώ λοιπόν επιβάλλεται η άμεση αντίδραση της πολιτείας σε όλα τα επίπεδα.

Κι όπως στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπεται στο άρθρο 525 παράγραφος 1 περίπτωση 5, η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας σε περίπτωση απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διαπιστώνει παραβίαση του δικαιώματος που αφορά στο δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε, έτσι κι εμείς εισάγουμε αυτή τη δυνατότητα και στο πειθαρχικό δίκαιο.

Κι επειδή κάποιος συνάδελφος αναφέρθηκε -ο κ. Δένδιας αν δεν κάνω λάθος- στις καταδίκες της χώρας μας, θέλω να πω ότι από το 2007 μέχρι σήμερα έχουμε εννέα καταδίκες της χώρας για θέματα που προβλέπονται στο συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, δηλαδή κακοποίηση, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, αναποτελεσματική έρευνα, έλλειψη διερεύνησης ρατσιστικών κινήτρων και κακή χρήση του όπλου.

Τέλος, θέλω να αναφερθώ επίσης στην επανάληψη της διαδικασίας, καθώς αυτή δεν επηρεάζεται από το χρόνο παραγραφής, δεδομένου ότι αυτός αναστέλλεται ανάμεσα στην αρχική απόφαση του πειθαρχικού οργάνου και στο χρόνο έκδοσης της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό είναι μία σημαντική διάταξη που δίνει τη δυνατότητα ανάσυρσης από το αρχείο πειθαρχικών υποθέσεων στις οποίες αποδεδειγμένα το θύμα περιστατικού αυθαιρεσίας έχει αδικηθεί κι ενδεχομένως να έχει μπλέξει και πολύ χειρότερα, μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις και με την ελληνική δικαιοσύνη.

Εδώ θέλω να υπενθυμίσω επίσης σε όλους ότι η Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει θέσει πολλές φορές το ερώτημα στην Ελλάδα, αν υπάρχει δυνατότητα επανάληψης των πειθαρχικών διαδικασιών που κρίθηκαν ανεπαρκείς ή μεροληπτικές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Γι’ αυτό λοιπόν επιμένω και ήθελα να αναδείξω αυτό ακριβώς το άρθρο, αυτήν την πλευρά των νέων ρυθμίσεων, γιατί με αυτές τις νέες ρυθμίσεις η Ελλάδα καλύπτει πλέον αυτό το κενό και αποδεικνύει έμπρακτα προς πάσα κατεύθυνση, ότι όχι μόνο σέβεται τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά ότι ταυτόχρονα ανοίγει το δρόμο στα θύματα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων για την πλήρη δικαίωσή τους στα πλαίσια της δικαιοδοσίας των ελληνικών θεσμών απόδοσης δικαιοσύνης.

Θα κάνω μία ακόμα παρατήρηση όσον αφορά την Υπηρεσία των Εσωτερικών Υποθέσεων, όπου κι εκεί έγινε πολύ συζήτηση, κυρίως όσον αφορά τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και του κύκλου των αδικημάτων περί την υπηρεσία τα οποία ερευνά η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Εδώ θέλω να υπενθυμίσω σε όλους ότι μέχρι σήμερα, οι Υπηρεσίες Εσωτερικών Υποθέσεων διερευνούσαν μόνο το αδίκημα της δωροδοκίας, ενώ τώρα, με τις διατάξεις τις οποίες προτείνουμε με το σχέδιο νόμου, θα διερευνά όλα τα αδικήματα που συνιστούν διαφθορά και συνιστούν διαφθορά, ορίζουν τη διαφθορά σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της διαφθοράς, η οποία κυρώθηκε στη χώρα μας με το νόμο 3666/2008.

Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτές οι ρυθμίσεις σε συνδυασμό με την πρόβλεψη εφοδιασμού της υπηρεσίας με εργαλεία και μέσα όπως η απλούστευση της άρσης του φορολογικού, του τραπεζικού και του χρηματιστηριακού απορρήτου, αλλά και με εξειδικευμένο προσωπικό το οποίο έχει και κίνητρα ευδόκιμης υπηρεσίας, σηματοδοτούν την έναρξη μίας νέας εποχής στην καταπολέμηση της διαφθοράς στο δημόσιο και αποτελούν παράλληλα την υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου για την καταπολέμηση της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα.

Θέλω να πιστεύω ότι τα αποτελέσματα της λειτουργίας της νέας ενισχυμένης Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, τόσο της Ελληνικής Αστυνομίας όσο και του Λιμενικού Σώματος, της Ελληνικής Ακτοφυλακής, στο χώρο της δικής του τοπικής αρμοδιότητας, θα έρθουν πολύ σύντομα και θα δώσουν απαντήσεις εντός και εκτός της Ελλάδας σε όλους όσοι μέμφονται το ελληνικό κράτος, ότι υποθάλπει τη διαφθορά διά της αδράνειας και της συγκάλυψης. Και πάνω απ’ όλα ότι θα πείσει τους Έλληνες πολίτες και την κοινωνία μας, που έχουμε υποφέρει τόσο πολύ από τα κρούσματα διαφθοράς ότι η ελληνική δημόσια διοίκηση αλλάζει, ότι μπαίνει σε μία νέα τροχιά, ότι μπαίνει σε μία νέα εποχή, όπου δεν χωρούν καταχρήσεις δημόσιας εξουσίας εις βάρος των πολιτών που απλώς θέλουν να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους, με τρόπους διαφανείς και όχι με συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, που θέλουν και απαιτούν ισότητα όλων απέναντι στο νόμο.

Έρχομαι κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στις δύο τροπολογίες τις οποίες έχουν καταθέσει οι συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ και του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού.

Θέλω να πω ότι όσον αφορά την τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ είναι για το θέμα το οποίο αναφέρετε -δηλαδή την αναγνώριση της Σχολής Αστυφυλάκων ως σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης- είναι ένα θέμα το οποίο έχει πράγματι μία σοβαρή δικαιολογητική βάση. Θεωρώ ότι είναι ένα θέμα το οποίο τουλάχιστον εμείς, ο συνάδελφος κ. Όθωνας κι εγώ, αντιμετωπίζουμε στα πλαίσια της επεξεργασίας ενός επόμενου νομοσχεδίου το οποίο αφορά την αναβάθμιση και τον εκδημοκρατισμό του συστήματος εκπαίδευσης των Σωμάτων Ασφαλείας, τόσο των Αστυνομικών Αρχών όσο και του Λιμενικού Σώματος και της Πυροσβεστικής, αλλά σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη ρύθμιση την οποία προτείνετε με την τροπολογία σας, προϋποθέτει τη συνυπογραφή και τη συμφωνία του Υπουργείου Παιδείας. Στέκομαι όμως επί της ουσίας την οποία και σημειώνω.

Όσον αφορά την τροπολογία την οποία προτείνουν οι συνάδελφοι, κ. Πλεύρης, κ. Γεωργιάδης και κ. Βορίδης του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού η οποία αναφέρεται στην τροποποίηση του άρθρου 3, του νόμου 3169 του 2003 σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης πυροβόλων όπλων από τους αστυνομικούς, έχετε δίκιο και άκουσα τον κύριο Πλεύρη ο οποίος πολύ ειλικρινά είπε, ότι ενδεχομένως να υπάρχουν κάποια προβλήματα στη διατύπωση. Κι εδώ δεν θα δεχθούμε την τροπολογία αλλά θα σταθώ στην ουσία της πρότασής σας.

Θεωρώ ότι πράγματι έχουμε φτάσει σε μία εποχή όπου το οργανωμένο έγκλημα εκσυγχρονίζεται και εκσυγχρονίζεται με πάρα πολύ ισχυρούς τρόπους. Θα χαρώ που τη Δευτέρα θα υποδεχθούμε, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και η ηγεσία της Αστυνομίας, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, τον Πρόεδρο του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού κύριο Καρατζαφέρη, προκειμένου να προσφέρει με τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του κόμματός σας αλεξίσφαιρα γιλέκα για την Ομάδα Δίας.

Αντιλαμβάνομαι ότι πράγματι και ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός όπως και όλη η ελληνική κοινωνία γνωρίζει ότι το οργανωμένο έγκλημα προϋποθέτει και απαιτεί συνεχή εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση των μέσων και των δυνατοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας και των διωκτικών αρχών της χώρας μας.

Πιστεύω ότι η τροπολογία σας θέτει ένα σοβαρό προβληματισμό. Εκείνο το οποίο μπορώ να πω είναι ότι θα την εξετάσουμε στο πλαίσιο μίας αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, όχι μεμονωμένα όμως.

Πάντως έτσι κι αλλιώς θα έχουμε και άλλη ευκαιρία να το συζητήσουμε, εάν το επιθυμείτε – και εμείς θα το προσπαθήσουμε – και την επόμενη εβδομάδα την Τρίτη, αφού και πάλι εδώ θα είμαστε, δεδομένου όπως γνωρίζετε η Διάσκεψη των Προέδρων αποφάσισε τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την ενσωμάτωση της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρήση των όπλων.

Τέλος, επειδή εγώ δεν αναφέρθηκα καθόλου στις παρεμβάσεις μου, δεν θέλησα να το κάνω στο πλαίσιο της συζήτησης της Βουλής, δεδομένου ότι έχω κάνει δημόσιες δηλώσεις επ’ αυτού, θέλω μόνο να σας πω ότι το τραγικό γεγονός τη δολοφονικής επίθεσης ενάντια σε οκτώ Αστυνομικούς, εκ των οποίων δύο έχασαν τη ζωή τους και δύο τραυματίστηκαν, οι άλλοι ευτυχώς διεσώθησαν, αυτή η ενέδρα, η οποία στήθηκε απέναντι στους Αστυνομικούς σε μία καθ’ όλα νόμιμη δίωξη εγκληματιών, φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη, αλλά θεωρώ ότι κρούει και τον κώδωνα του κινδύνου, και θα πρότεινα να λειτουργήσει παροτρυντικά στις συνειδήσεις όλων μας, ότι πρέπει ίσως και εμείς να βρούμε ένα διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του όλου θέματος.

Αντί να προσπαθούμε να διασταυρώσουμε τα ξίφη μας σε πολιτικό ή σε ιδεολογικό επίπεδο επί των αποτελεσμάτων του οργανωμένου εγκλήματος, καλά θα κάνουμε να προσπαθήσουμε να βρούμε τον κοινό τόπο για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο όχι μόνο έχει μία ανάπτυξη στο εσωτερικό της χώρας μας, αλλά έχει ισχυρότατες διεθνείς συνεργασίες. Αυτό απαιτεί νέα μέτρα, εξοπλισμό, εκπαίδευση, εκσυγχρονισμό των Σωμάτων Ασφαλείας, βεβαίως συνεργασία της κοινωνίας και των κοινωνικών δυνάμεων, να αγκαλιάσει η πολιτεία και η κοινωνία την Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα, τις διωκτικές αρχές, δηλαδή, της χώρα μας. Και πάνω απ’ όλα οι ίδιοι οι Αστυνομικοί, τα Σώματα Ασφαλείας, όχι ο καθένας Αστυνομικός ή Λιμενικός ξεχωριστά, αλλά και τα σωματεία τους και οι συνδικαλιστές τους, θα πρέπει και εκείνοι να προτάσσουν τη διαρκή απόδειξη ότι τα Σώματα Ασφαλείας στέκονται στο πλευρό του Έλληνα πολίτη και στην εφαρμογή των νόμων.

Αυτό, όμως, είναι μία ολόκληρη συζήτηση, στην οποία πιστεύω ότι η Εθνική Αντιπροσωπεία, θα έχει την ευκαιρία να επανέλθει και μάλιστα θα πρέπει αυτήν την ευκαιρία να την αξιοποιήσουμε με περισσότερο ήπιους τόνους και με καλύτερο επίπεδο συζήτησης.

Σας ευχαριστώ.

Τελευταίες Αναρτήσεις