Πα 2 Δεκεμβρίου 22
ΑρχικήΔελτία Τύπου 2011Δελτία Τύπου Φεβρουάριος 201128-02-2011: Ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη στη Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης για το...

28-02-2011: Ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη στη Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης για το Σχέδιο Νόμου “Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο ΥΠτΠ κ.α διατάξεις”

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ομιλία Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρήστου Παπουτσή, κατά τη συζήτηση στη Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης & Δικαιοσύνης του Σχεδίου Νόμου «Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι συνεδριάσεις κατά την πρώτη ανάγνωση του σχεδίου νόμου ήταν πλούσιες σε προβληματισμούς, ιδέες και προτάσεις και ως εκ τούτου η εισήγηση μου αυτή τώρα, κατά τη δεύτερη ανάγνωση εμπεριέχει και αυτή πλούτο προτάσεων και ιδεών αντίστοιχο με τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε στις πρώτες μας συνεδριάσεις. Και επειδή είναι αρκετές, επιλέγω να τις παρουσιάσω στην αρχή της συνεδρίασης, προκειμένου οι κ. συνάδελφοι που είναι εισηγητές να τις λάβουν υπόψη κατά τη διάρκεια των τοποθετήσεων τους.

Ξεκινώντας από το άρθρο 1, είναι νομίζω σαφές ότι ο κύριος όγκος της συζήτησης και των ενστάσεων αφορά στο θεσμό της ανώνυμης καταγγελίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2, και ιδίως για την περίπτωση που ο καταγγέλλων δίνει τα στοιχεία του στο Γραφείο, αλλά ζητεί να μην αποκαλυφθούν. Ως προς αυτό, θέλω κατ’ αρχάς να επισημάνω το εξής: Η δυνατότητα ανώνυμης καταγγελίας κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης δεν μπορεί να αρθεί. Κι αυτό διότι εξυπηρετεί συγκεκριμένη αναγκαιότητα, η οποία έγκειται στην ευρύτερη δυνατή συλλογή στοιχείων για υποθέσεις αυθαιρεσίας.

Από εκεί και έπειτα, μας προβλημάτισε ιδιαίτερα το αν πρέπει, εφόσον το Γραφείο διαθέτει τα στοιχεία του καταγγέλλοντος, να τα δίνει στον εκάστοτε ελεγχόμενο. Πρέπει να σας πω εδώ ότι για να επιλύσουμε το ζήτημα χρησιμοποιήσαμε την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία στη χώρα, την οποία κρίναμε επαρκή και στα χνάρια της οποίας κινείται η νέα διάταξη που σας παρουσιάζουμε. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός η αντίστοιχη διάταξη που ρυθμίζει το ίδιο θέμα για τον Συνήγορο του Πολίτη και η οποία, όπως καταλαβαίνετε, ισχύει για όλες τις καταγγελίες που αφορούν στον δημόσιο τομέα. Έτσι, θεωρούμε ότι η δυνατότητα να μην αποκαλύπτονται τα στοιχεία του καταγγέλλοντος πρέπει να παραμείνει. Ωστόσο, κρίναμε ότι αν προκύψει λόγος στην πορεία της διερεύνησης της υπόθεσης, θα πρέπει το Γραφείο να καλεί τον καταγγέλλοντα να συναινέσει στην άρση την ανωνυμίας του, διαφορετικά η καταγγελία του θα τίθεται στο αρχείο. Αν λοιπόν έχει διαταχθεί κάποια έρευνα με αφετηρία επώνυμη καταγγελία, αλλά με διαφύλαξη της ανωνυμίας, και στην πορεία της έρευνας αυτής ανακύψει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που επιβάλει την άρση της ανωνυμίας, τότε η Επιτροπή θα το κρίνει και ανάλογα με τη στάθμιση των δικαιωμάτων που θα κάνει, θα προχωρεί στη διαδικασία που σας περιέγραψα.

Και δεν νομίζω ότι τίθεται κάποιο θέμα εδώ ως προς το αν τα μέλη της Επιτροπής διαθέτουν τα εχέγγυα να κρίνουν ορθά το πότε συντρέχει περίπτωση στην οποία επιβάλλεται η άρση της ανωνυμίας. Θυμίζω ότι πρόκειται για ανώτατους δικαστικούς με την πλέον άριστη κατάρτιση και εμπειρία σε τέτοια ζητήματα. Πιστεύω πως είναι μια δίκαιη τροποποίηση η οποία έχει σκοπό να επιφέρει μια ισορροπία ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη, ιδίως όταν η πρόοδος της πειθαρχικής διαδικασίας οδηγεί κάποιον στη θέση του ελεγχόμενου, από την οποία δικαιούται να έχει πλήρη δυνατότητα υπεράσπισης του εαυτού του.

Εν συνεχεία, έχουμε προβεί σε κάποιες νομοτεχνικές βελτιώσεις της ίδιας παραγράφου, όπου η φράση στο εδάφιο 4 ‘απορρίπτεται ως απαράδεκτη’ αντικαθίσταται από τη φράση ‘τίθεται στο αρχείο’.

Ταυτόχρονα, για την πληρότητα του νομοθετήματος, προβλέφθηκε στο τέλος της παραγράφου 3 η διαβίβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες των καταγγελιών που δεν ανάγονται στις αρμοδιότητες του Γραφείου.

Περαιτέρω, ένα ζήτημα ουσίας που θεωρήσαμε ορθό να επαναδιατυπωθεί είναι αυτό της επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας κατόπιν καταδικαστικής απόφασης για την Ελλάδα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκεί, για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, προσθέσαμε εδάφιο στην παράγραφο 5, με το οποίο δίδεται ουσιαστικά κατευθυντήρια γραμμή στην Επιτροπή, ώστε κατά την απόφαση επανάληψης της διαδικασίας να λαμβάνει υπόψη της ιδίως τα σημεία που έκανε δεκτά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Κατόπιν δε, αυτής της προσθήκης διαγράψαμε την αναλυτική απαρίθμηση περιπτώσεων που περιλαμβανόταν στα σημεία α, β, γ και δ, καθώς πλέον ήταν περιττή. Μάλιστα, επειδή έγινε σχετική ερώτηση, πρέπει να αναφέρω ότι δεν υπάρχει περιθώριο για τα αρμόδια όργανα που θα διεξαγάγουν την επανάληψη της διαδικασίας να μην εξετάσουν τα σημεία που έκανε δεκτά το Δικαστήριο.

Κι αυτό διότι σε αυτή την περίπτωση θα έχουν υποπέσει οι ίδιοι οι υπάλληλοι που ενεργούν εκ νέου την έρευνα σε πειθαρχικό αδίκημα.

Εκτός των τροποποιήσεων αυτών, οφείλω να κάνω και ορισμένες διευκρινήσεις ως προς παρατηρήσεις που έγιναν από συναδέλφους.

Κατ’ αρχάς, διατυπώθηκαν ενστάσεις για το προσωπικό που θα στελεχώσει το Γραφείο, με την έννοια ότι δεν πρέπει να είναι ένστολοι. Εδώ, όμως, η παράγραφος 13 αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να είναι και πολιτικό το προσωπικό που θα αποσπασθεί στο γραφείο.

Ιδιαίτερα δε για τους ένστολους που θα αποσπασθούν, εκτός των άλλων για τη διαγωγή και το ήθος τους, προβλέπει και την ειδική προϋπόθεση, να έχουν κριθεί ως ‘εξαίρετοι’ από τα συμβούλια κρίσεων.

Κατόπιν, διευκρινίζω για να μην υπάρχει παρερμηνεία, ότι ο πολίτης μπορεί να επιλέγει είτε το Γραφείο Αυθαιρεσίας είτε τις Υπηρεσίες των Σωμάτων. Σε περίπτωση δεύτερης καταγγελίας με το ίδιο περιεχόμενο και στοιχεία που είχε και η πρώτη, αυτή τίθεται κατευθείαν στο αρχείο, σε όποιο όργανο και αν κατατεθεί, καθώς δεύτερη κρίση για το ίδιο θέμα ούτως ή άλλως δεν επιτρέπεται από το νομικό μας πλαίσιο. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος άλλης τροποποίησης στο θέμα αυτό.

Ακόμη, έγινε η παρατήρηση ότι δεν υπάρχουν προθεσμίες για την υποβολή καταγγελίας.

Αυτό δεν θα είχε νόημα δεδομένου ότι και στο πειθαρχικό και στο ποινικό δίκαιο υπάρχουν οι προθεσμίες για κάθε αδίκημα. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα που δεν έχει επέλθει παραγραφή, ο υπάλληλος υπέχει ούτως ή άλλως ευθύνη και μπορεί να ελεγχθεί. Εάν το παράπτωμα έχει παραγραφεί τότε η υπόθεση θα τίθεται στο αρχείο.

Τέλος, και για να κλείσω με το άρθρο 1, ασκήθηκε άδικη κριτική από συναδέλφους, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θεωρεί ότι είναι προσχηματική η ίδρυση του Γραφείου, καθώς το Γραφείο δεν θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλει το ίδιο την πειθαρχική ποινή.

Στο ίδιο πλαίσιο έγινε και η πρόταση να μην ιδρυθεί Γραφείο Αντιμετώπισης Αυθαιρεσίας ως Υπηρεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη αλλά να ιδρυθεί ανεξάρτητη αρχή με βάση το άρθρο 101 Α του Συντάγματος. Ωστόσο, η προτεινόμενη δομή καλύπτει καταρχήν τις απαιτήσεις του θέματος, ενώ η ίδρυση ανεξάρτητων αρχών είναι εξαιρετικό ζήτημα και πρέπει να αντιμετωπίζεται με φειδώ, ιδίως υπό τα στενά δημοσιονομικά δεδομένα που επικρατούν σήμερα στη Χώρα.

Θυμίζω, όμως, ότι η επιβλητέα πειθαρχική ποινή αντιστοιχεί ευθέως στο αποτέλεσμα της πειθαρχικής έρευνας, στο συλλεχθέν αποδεικτικό υλικό και στην πρόταση του πορίσματος. Κι εδώ είναι που εντοπίζεται σήμερα το πρόβλημα.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η πειθαρχική διερεύνηση των περιστατικών αυθαιρεσίας θα τελεί εφεξής υπό τον άμεσο έλεγχο του υπό ίδρυση Γραφείου, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις αποτελεσματικότερης και δικαιότερης κρίσης, οι οποίες οδηγούν και στην επιβολή της προσήκουσας πειθαρχικής ποινής, αλλά και ποινικής ποινής, δεδομένου ότι το υλικό αυτό αποτελεί κρίσιμη προανακριτική ύλη και για τη Δικαιοσύνη.

Όσον αφορά τώρα στα επόμενα άρθρα, έρχομαι στο άρθρο 3, όπου με τροποποίησή του, η νέα Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων θα υπάγεται απευθείας στον Υπουργό.

Και επειδή ο συνάδελφος κ. Παυλόπουλος εξέφρασε ορθώς την ανησυχία του για το ότι αυξάνονται οι υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στον Υπουργό και έθεσε ζήτημα λειτουργικότητάς τους, αναφέρω εδώ την προσθήκη του νέου άρθρου 23 με το οποίο συνιστάται Γενική Διεύθυνση Κατάστασης Πολιτικού Προσωπικού στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη για τον αποτελεσματικότερο χειρισμό των θεμάτων του πολιτικού προσωπικού όλων των Σωμάτων και των Υπηρεσιών του Υπουργείου, ενόψει και των νέων Υπηρεσιών που ιδρύθηκαν πρόσφατα στο Υπουργείο όπως είναι η Υπηρεσία Ασύλου, η Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής και η Αρχή Προσφυγών.

Σχετικά, τώρα με το ΚΕ.ΜΕ.Α, για το οποίο ειπώθηκε ότι θα παρέχει υπηρεσίες ιδιωτικής αστυνομίας. Διευκρινίζω ότι το ΚΕ.ΜΕ.Α. είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου εποπτευόμενο και ελεγχόμενο από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Διοικείται από Δ.Σ. και έχει διοικητική και οικονομική ανεξαρτησία σύμφωνα με το Νόμο 3387/2005.

Η αποστολή του, όμως, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, δεν είναι, όπως εσφαλμένα ειπώθηκε, η αστυνόμευση, αλλά η διεξαγωγή ερευνών και μελετών επί θεμάτων πολιτικής ασφάλειας και μόνο στα πλαίσια αυτά θα κινείται η εκάστοτε δραστηριότητά του.

Όσον αφορά, στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, ρωτήθηκα για ποιο λόγο η Υπηρεσία αυτή θα επιλαμβάνεται και για δημοσίους υπαλλήλους, αφού γι’ αυτό υπάρχουν τα πειθαρχικά συμβούλια. Επισημαίνω, λοιπόν, ότι πρόκειται για Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας η οποία έχει πρωταρχική αποστολή τη δίωξη του εγκλήματος.

Εν προκειμένω μάλιστα, έχει ως αντικείμενο τη δίωξη των εγκλημάτων αστυνομικών και λοιπών δημοσίων υπαλλήλων που ενέχουν χαρακτηριστικά διαφθοράς (δωροδοκία, εγκλήματα περί την υπηρεσία κ.λ.π.). Από την άλλη πλευρά, τα υπηρεσιακά συμβούλια ασκούν αποκλειστικά πειθαρχικό έλεγχο και δεν έχουν αρμοδιότητα για ποινικά αδικήματα.

Περαιτέρω, για να ενδυναμώσουμε ακόμη περισσότερο το μέτωπο κατά της διαφθοράς στο Δημόσιο, συμπεριλάβαμε νέο εδάφιο με το οποίο η αντίστοιχη υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων του Λιμενικού Σώματος, στα πλαίσια της δικής της αρμοδιότητας, θα μπορεί και αυτή να επιλαμβάνεται αδικημάτων δημοσίων υπαλλήλων που συνιστούν διαφθορά.

Εν συνεχεία, στο άρθρο 6, ορθώς επισημάνθηκε ότι είχε παραληφθεί η διάθεση κατασχεμένων και στο Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο πλέον προστέθηκε.

Στο άρθρο 7, θέλω να επισημάνω, επειδή ακούστηκε ότι σ’ αυτό περιλαμβάνονται 5 «φωτογραφίες», ότι είναι εσφαλμένη η άποψη αυτή.

Οι προσλήψεις του προσωπικού αυτού θα διενεργηθούν μέσω ΑΣΕΠ, με εγγυήσεις διαφάνειας και αντικειμενικότητας. Σχετικά δε με το χρόνο της σύμβασης, αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει την τριετία, διότι το επιστημονικό αντικείμενο της πρόσληψης που εξειδικεύεται στην αιτιολογική έκθεση, μπορεί κάθε φορά να είναι διαφορετικό και να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες της ΕΛΑΣ.

Επομένως, είναι άδικη η κριτική που ακούστηκε και δεν χρειάζεται καμία τροποποίηση στο σημείο αυτό.

Όσον αφορά στο άρθρο 15, για το οποίο έγιναν πολλές παρατηρήσεις, σχόλια και προτάσεις στην Επιτροπή και στην κατ’ άρθρο συζήτηση, αλλά και στην ακρόαση των φορέων.

Όλες τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις σας τις καταγράψαμε, τις μελετήσαμε και κάποιες εξ αυτών τις υιοθετήσαμε.

Καταρχάς, στο νόμο ορίζεται πλέον ο αριθμός οργανικών θέσεων που θα συστηθούν. Συγκεκριμένα το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής: «Συνιστώνται 4.000 οργανικές επί θητεία θέσεις πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης με αντίστοιχη μείωση οργανικών θέσεων μονίμων πυροσβεστών. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται με προεδρικό διάταγμα που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη».

Η επόμενη αλλαγή που θα διαπιστώσετε αφορά στην απαλοιφή της παραγράφου 3 γ. Ήταν η παράγραφος που αφορούσε στο εποχιακό εργατοτεχνικό προσωπικό. Στην ίδια παράγραφο, μετά από πρόταση συναδέλφων για να παραμείνουν οι ψυχοτεχνικές δοκιμασίες, η τελευταία φράση αναδιατυπώθηκε ως εξής: «Η πρόσληψη αυτών γίνεται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια), ενώ δεν απαιτείται όριο αναστήματος, ούτε η υποβολή τους σε αθλητικές δοκιμασίες. Για τη διαπίστωση της σωματικής ικανότητας και ψυχικής υγείας τους εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για το μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό».

Με την αναδιατύπωση αυτή ικανοποιείται και το αίτημα συναδέλφων, αλλά και του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς λόγω της πολύμηνης διακοπής της συμβατικής σχέσης και της απουσίας από τις υπηρεσίες τους, δεν υπάρχει και η καθημερινή επαφή με τους προϊσταμένους τους και η συνακόλουθη δυνατότητα διαπίστωσης τυχόν προβλημάτων ψυχολογικής φύσεως.

Επιπλέον με τον συνάδελφο, τον Υφυπουργό κ. Όθωνα συμφωνήσαμε να προχωρήσουμε στην αύξηση του ορίου ηλικίας από τα 49 στα 54 έτη. Όλοι οι συνάδελφοι είχαν αναφερθεί στην πιθανότητα αύξησης του ορίου αυτού και επομένως εκτιμώ ότι θα έχει και τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής.

Στην επόμενη παράγραφο, στην οποία αναφέρονται τα κριτήρια πρόσληψης, προστέθηκε και ο χρόνος προϋπηρεσίας ως εθελοντή Πυροσβέστη του Π.Σ. Πολλοί είναι οι πολίτες που έχουν εκπαίδευση και εμπειρία ως εθελοντές, όπως πολλοί είναι και οι εποχικοί πυροσβέστες οι οποίοι ήταν παράλληλα και εθελοντές.

Με την προσθήκη λοιπόν αυτή, αναγνωρίζουμε όχι μόνο την εμπειρία και την πολυετή συμβολή και προσφορά τους στην πυρόσβεση και πυροπροστασία, αλλά αναγνωρίζουμε και τη σημασία του εθελοντισμού.

Παράγραφος δέκα. Αφορά στην τοποθέτηση και στις μεταθέσεις των πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης. Με την αλλαγή που έγινε ικανοποιείται ένα αίτημα που εκφράστηκε από αρκετούς συνάδελφους.

Κρίναμε με τον κ. Όθωνα ότι αποτελεί και κοινωνική αναγκαιότητα η τροποποίηση της διάταξης αυτής ιδιαίτερα στο πλαίσιο της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας για τη χώρα μας αλλά και για τους πολίτες.

Η παράγραφος αναδιατυπώνεται ως εξής: «Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, υφίστανται κατάλληλη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση ανάλογη εκείνων των μονίμων πυροσβεστών. Ο τόπος, ο χρόνος, το είδος της εκπαίδευσης, τα κριτήρια και η διαδικασία αξιολόγησης των εκπαιδευομένων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης τοποθετούνται με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες και μετατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Μεταθέσεων που ισχύει για το μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό. Ειδικά οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης που προέρχονται από τους υποψηφίους της παρ. 3 τοποθετούνται στις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες και τα Πυροσβεστικά Κλιμάκια του νομού όπου υπηρετούσαν ως εποχικοί πυροσβέστες».

Τέλος, στην παράγραφο 16 που αφορά στην ασφάλιση των Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης, η ασφάλιση τους στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας θα είναι προαιρετική.

Όπως διαπιστώνετε όλοι έγιναν αρκετές και σημαντικές αλλαγές στο συγκεκριμένο άρθρο οι οποίες και υποδηλώνουν τη θέληση της Κυβέρνησης και του Υπουργείου να δοθεί μια οριστική και βιώσιμη λύση στο εργασιακό αδιέξοδο των εποχικών πυροσβεστών και παράλληλα να ενισχυθεί το Πυροσβεστικό Σώμα με έμπειρο προσωπικό. Θα καλυφθούν κενές οργανικές θέσεις που δημιουργούσαν προβλήματα στη λειτουργία του και παράλληλα θα αξιοποιηθούν οι εποχικοί πυροσβέστες που στέλναμε στο Ταμείο Ανεργίας. Πρόκειται για ένα μεγάλο εγχείρημα και σας καλούμε όλους να το υποστηρίξετε.

Σχετικά με το άρθρο 17 που ευλόγως προκάλεσε την απορία τι ακριβώς ελέγχει η αστυνομία στους εργαζομένους σε καταστήματα με τεχνικά παίγνια.

Εδώ, ο έλεγχος της αστυνομίας συνίσταται σε 2 ζητήματα: αυτά είναι η ηλικία του εργαζομένου, αν δηλαδή πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο όπως επιβάλλεται από το νόμο, και επιπλέον το ποινικό μητρώο. Αυτά τα 2 στοιχεία έχουν ήδη προσδιορισθεί στο π.δ.180/79, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει και αφορά σε καταστήματα όπως καφετέριες, νυχτερινά μαγαζιά κ.α.

Από τη στιγμή που θα υπάρχουν και καταστήματα με τεχνικά παίγνια, θεωρώ ότι επιβάλλεται και γι’ αυτά αντίστοιχος έλεγχος. Να διευκρινίσω εδώ ότι ως προς το ποινικό μητρώο, αυτό που ελέγχεται περιοριστικά από την αστυνομία, είναι αν το άτομο που θέλει να εργασθεί, έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για εγκλήματα κατά της ζωής, εκ προθέσεως σωματικές βλάβες, εγκλήματα κατά των ηθών, του νόμου περί όπλων και του νόμου περί ναρκωτικών. Όπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για πολύ σοβαρά αδικήματα τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι κακουργήματα και εγείρουν σοβαρούς λόγους δημοσίας τάξεως, και όχι για ήσσονος σημασίας πλημμελήματα.

Από εκεί και έπειτα στο ίδιο άρθρο, όπως είδατε, συμπληρώνονται με τις επόμενες παραγράφους οι διαδικασίες που θα διευκολύνουν τη λειτουργία του νέου πλαισίου παροχής ασύλου που θεσπίσαμε τον περασμένο μήνα με το νόμο 3907/2001 και με το π.δ.114/2010.

Εν συνεχεία, με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 20, ρυθμίζονται υπηρεσιακά ζητήματα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι στο υπηρεσιακό συμβούλιο των υπαλλήλων της Ε.Υ.Π. μετέχουν δύο εκπρόσωποι των υπαλλήλων αυτών που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των υπαλλήλων της Ε.Υ.Π. για λόγους αντιπροσωπευτικότερης εκπροσώπησης του προσωπικού στο εν λόγω υπηρεσιακό συμβούλιο. Ανάλογη ρύθμιση ισχύει για το σύνολο των υπηρεσιακών συμβουλίων των Υπουργείων (άρθρο 159 Υπαλληλικού Κώδικα, ως τροποποιήθηκε με το ν.3839/2010).

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή μου για τη β’ ανάγνωση του σχεδίου νόμου, σας αναφέρω σχετικά με τις διατάξεις της αγροφυλακής ότι ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις συναδέλφων για τους υπηρετούντες στα νησιά όπου δεν υπάρχει δασική υπηρεσία, ώστε να μετατάσσονται σε Υπηρεσία του εγγυτέρου τόπου διαμονής. Αυτό το κριτήριο, εκτός του ότι θα βοηθήσει στην ορθότερη τοποθέτηση των μετατασσομένων, είναι κάτι που ισχύει για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους.

Σας ευχαριστώ

Τελευταίες Αναρτήσεις