Τρ 16 Αυγούστου 22
ΑρχικήΒουλγαράκης ΑρχείοΒουλγαράκης 200422-06-04: Ομιλία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης κ. Γεωργίου Βουλγαράκη κατά την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Μιχάλη Δημητρίου «Ένορκος...

22-06-04: Ομιλία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης κ. Γεωργίου Βουλγαράκη κατά την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Μιχάλη Δημητρίου «Ένορκος στη δίκη της 17ης Νοέμβρη»

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ                                           

 Αθήνα, 22/6/04

Ομιλία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης κ. Γεωργίου Βουλγαράκη κατά την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Μιχάλη Δημητρίου «Ένορκος στη δίκη της 17ης Νοέμβρη» (Εκδόσεις ΣΤΑΦΥΛΙΔΗ)

(Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Τρίτη 22-06-04, ώρα 12:30)

Αμέσως μετά τη δολοφονία του Π. Μπακογιάννη, ο τότε γραμματέας του Κ.Κ.Ε. είχε κάνει μια επισήμανση στη Βουλή που ομολογουμένως μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση.
Είχε, λοιπόν, αναρωτηθεί λέγοντας «την εποχή που το κομμουνιστικό κόμμα ήταν παράνομο, αρκούσανε λίγες μέρες δράσης για κάποιον, προκειμένου να εντοπισθεί και να συλληφθεί. Πώς συμβαίνει και τρομοκράτες κυκλοφορούν τόσα χρόνια, κάνουν αυτά που κάνουν, δολοφονούν, αρπάζουν και παρόλα αυτά εξακολουθούν να παραμένουν ασύλληπτοι».

Πρέπει να σας πω ότι η φράση αυτή πραγματικά με είχε συγκλονίσει. Έλεγα και εγώ μέσα μου, πως είναι δυνατόν όλα αυτά τα χρόνια να συμβαίνει κάτι τόσο μεγάλο, τόσο αιματηρό και να μην υπάρχει κάτι, έστω κάτι λίγο;

Κυρίες και Κύριοι,
Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε, για να αρχίσω και εγώ να βάζω κάποια πράγματα στο μυαλό μου και να προσεγγίσω κάποιες απαντήσεις. Κατάλαβα καταρχήν ότι ανάμεσα στη τρομοκρατία και το κοινό έγκλημα υπάρχει μια μικρή άλλα πολύ ουσιώδης και καθοριστική διαφορά: «Το κίνητρο».

Αν είναι φόνος, ληστεία, απαγωγή, υπεξαίρεση, οτιδήποτε υπάρχει σχεδόν πάντα-και πάντως στο 99% των περιπτώσεων ένα σαφές κίνητρο. Ένα κίνητρο που με κάποιο τρόπο προσωποποιεί τα πράγματα που προσδιορίζει ένα κύκλο ανθρώπων που πρέπει οι αρμόδιες αρχές να συγκεντρώσουν την προσοχή τους.
Έτσι από το πουθενά, βρισκόμαστε κάπου. Έχουμε ένα πρώτο πεδίο διερεύνησης. Από εκεί και πέρα είναι θέμα πολλών και διαφορετικών παραμέτρων που προσδιορίζουν πόσο γρήγορα θα φτάσει κανείς στο αποτέλεσμα.

Με την τρομοκρατία τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ο τρομοκράτης δολοφονεί χωρίς συγκεκριμένο, προσωποποιημένο κίνητρο.
Σε όλες τις περιπτώσεις χωρίς να αγνοεί, δεν γνωρίζει τα θύματά του. Δεν είναι μέρος του κύκλου των ανθρώπων που θα είχαν άμεσο-ή έστω και έμμεσο αλλά ουσιαστικό, όφελος από τη δολοφονία.
Δεν συσχετίζεται με κάποιο τρόπο που να οδηγεί κάπου με την πράξη του, γι` αυτό και η προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική και πάντως δύσκολη.

Υπάρχει λοιπόν μια σύγχυση ρόλων εδώ που περιπλέκει τα πράγματα στην οποία αναφέρεται και ο συγγραφέας όταν γραφεί ότι «…δεν παύει τελικά ο τρομοκράτης-επαναστάτης να είναι δολοφόνος όταν δολοφονεί και να μην πράττει πολιτικό έγκλημα όταν νομίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί την ανθρώπινη ζωή ως πολιτικό μέσο, ως πολιτικό στόχο».
Παρόλα αυτά, πίσω από το αποτέλεσμα, η αιτιώδης συνάφεια δεν παραπέμπει εκεί που θα παρέπεμπε σε άλλη περίπτωση.

Ήταν όμως μόνον αυτό;
Ήταν δηλαδή μόνον η διαφορά στο κίνητρο που εμπόδιζε να υπάρξει αποτέλεσμα; Προφανώς όχι.
Ήταν και το πολιτικό κλίμα, η ατμόσφαιρα της πολιτικής ζωής, η βούληση , το νομοθετικό πλαίσιο και το νομικό καθεστώς που έπαιξαν το ρόλο τους.
Ήταν όλα μαζί που δημιουργούσαν ένα φαύλο κύκλο ατολμίας και αναποτελεσματικότητας.
Ήταν σωρευτικά, όλα εκείνα που παρήγαγαν και αναπαρήγαγαν αδιέξοδα.
Ήταν όλα αυτά που εν τω μεταξύ προσέθεταν θύματα από την κοινωνία, ακύρωναν την πεποίθηση του κόσμου ότι μπορεί να υπάρξει κάποτε, κάποιο αποτέλεσμα και κάνουν δικαίως το Μιχάλη Δημητρίου να γράψει αναφερόμενος στη δίκη ότι «…είναι μια δίκη με λίγες βεβαιότητες και πολλές αμφιβολίες»

Σήμερα, βέβαια έχουμε μια άλλη εικόνα από αυτή που θα είχε κάποιος εκείνες τις περιόδους.
Τα δεδομένα δεν είναι ίδια, το περιβάλλον είναι διαφορετικό.
Και αυτοί που κάθισαν στο ειδώλιο του κατηγορουμένου, και που σήμερα είναι στη φυλακή, αποκάλυψαν μέσα από την όλη διαδικασία-πέραν όλων των άλλων, το μέγεθος των ατελειών μας.
Τα αδιέξοδα στα οποία στηρίχθηκε για πολλά χρόνια ο πολιτικός βίος.
Τις αγκυλώσεις, τις προκαταλήψεις, τις φοβίες και τις ανασφάλειες.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι μέσα από τη διαδικασία εξάρθρωσης της 17Ν φωτίστηκε και μια αθέατη πλευρά που σχετίζεται με τη δράση και το ρόλο και την αποτελεσματικότητα της Ελληνικής Αστυνομίας.

Και ναι μεν μπορεί κάποιος εύκολα να συμφωνήσει με την παρατήρηση του συγγραφέα ότι «η επιτυχία έπειτα από πολυετείς έρευνες, αποτυχίες, γκάφες συνιστά προβληματισμό αυτοκριτική και διόρθωση, μεθόδους μακριά από τις αντιτρομοκρατικές ψυχώσεις και γενικεύσεις, κοντά σε μια κοινωνία διαλόγου και κατανόησης των προβλημάτων της», πρέπει όμως να συμφωνήσετε και σεις μαζί μου ότι η Ελληνική Αστυνομία δρώσα μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον, απλώς αναπαρήγαγε τα αδιέξοδα του και μάλιστα με μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης από αυτό που φυσιολογικά θα της αναλογούσε.

Κυρίες και Κύριοι,

Αν θέλει κανείς να επεκτείνει τον προβληματισμό και τη σκέψη του, νομίζω ότι εύκολα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση τρομοκρατία αποκαλύπτει συνολικά το πόσο πολύ πλήρωσε η Ελλάδα τις συνέπειες της επτάχρονης δικτατορίας.

Αν για παράδειγμα δεν υπήρχε αυτό το καθεστώς που ενοχοποίησε συνολικά θεσμούς, αρχές, αξίες, μηχανισμούς, διαδικασίες, μέσα είναι προφανές ότι δεν θα υπήρχε και η περίοδος αποδόμησης και άρα η περίοδος ενοχών και πολιτικής φοβίας.
Δεν είναι της ώρας να λεχθεί, είναι όμως προς διερεύνηση από όλους μας το μέγεθος « της καθαρής ζημίας αλλά και το διαφυγόν κέρδος » όπως λέμε εμείς οι οικονομολόγοι εξ αιτίας αυτής της μαύρης περιόδου για τη χώρα.

Η δίκη που-παρά τις παρατηρήσεις του βιβλίου, ορθώς κατά τη γνώμη μου δεν καλύφθηκε από τα ραδιόφωνα  και τις τηλεοράσεις, απάντησε σε πολλά ερωτήματα, όπως επίσης άφησε και πολλά ερωτήματα αναπάντητα.

Είναι βέβαιο ότι λύθηκαν απορίες, υπάρχουν φυσικά και πολλές άλλες που δεν έχουν απαντηθεί και που συντηρούν εξ αυτού και μόνον του λόγου το φάκελο 17Ν ανοιχτό και τις έρευνες να συνεχίζονται.
Είναι γεγονός ότι ο εκτελεστικός βραχίονας της οργάνωσης είναι εξαρθρωμένος, υπάρχουν όμως αθέατες πλευρές που πρέπει ακόμα να φωτιστούν.

Βεβαίως σήμερα το περιβάλλον δεν είναι ίδιο. Η πολιτική βούληση υπάρχει από όλους. Οι ιδεοληψίες έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στον ορθολογισμό.
Η κοινωνία συνολικά συναινεί στη δραστική αντιμετώπιση του φαινόμενου τρομοκρατία χωρίς φυσικά συνταγματικές εκπτώσεις ή περιορισμούς. Το νομοθετικό καθεστώς επίσης υπάρχει.
Πρέπει συνεπώς να συμφωνήσουμε ότι σήμερα είμαστε σε πολύ καλύτερο σημείο από το παρελθόν και πάντως έχουμε τη δυνατότητα να τοποθετούμαστε απέναντι στο φαινόμενο τρομοκρατία με μέθοδο και συνέπεια.

Κυρίες και κύριοι,

Γράφει ο Μιχάλης Δημητρίου « Καθώς η δίκη τελειώνει, πιστεύω ότι στο δικαστήριο οι περισσότεροι κατηγορούμενοι και στενοί συγγενείς δε νιώθουν υπερηφάνεια. Δε βιώνουν την ήττα του κοινωνικού αγωνιστή. Μάλλον αισθάνονται ντροπή. Είναι φοβερό νομίζω να ανακαλύπτουν οι δικοί σου ότι τόσα χρόνια ήσουν ο μισός αληθινός εαυτός για κείνους.»

Συμφωνώ, ότι αυτό μπορεί να προβλημάτιζε τους συγγενείς των εκτελεστών.
Τους συγγενείς των θυμάτων όμως τα όσα συνέβησαν τους σημάδεψαν ούτως ή άλλως για πάντα.
Τράβηξαν μια βαθειά χαρακιά στις καρδιές τους που δε μπορεί ποτέ να επουλωθεί.
Αυτό εμείς δε πρέπει να το ξεχνάμε.

Τελευταίες Αναρτήσεις