Σα 1 Οκτωβρίου 22
ΑρχικήΔελτία Τύπου 2007Δελτία Τύπου Οκτώβριος 200702-10-2007: Συμμετοχή του Υπουργού Εσωτερικών στην ΄Ατυπη Σύνοδο Υπουργών Εσωτερικών Υποθέσεων και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. στη Λισσαβόνα

02-10-2007: Συμμετοχή του Υπουργού Εσωτερικών στην ΄Ατυπη Σύνοδο Υπουργών Εσωτερικών Υποθέσεων και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. στη Λισσαβόνα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
 
Αθήνα, 2/10/2007
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
 
Ο Υπουργός Εσωτερικών Καθηγητής κ. Προκόπης Παυλόπουλος συμμετείχε χθες, 1 Οκτωβρίου 2007, στην ΄Ατυπη Σύνοδο Υπουργών Εσωτερικών Υποθέσεων και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβόνα στο πλαίσιο της Πορτογαλικής Προεδρίας. Οι θεματικές της Συνόδου, ως προς τα ζητήματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, ήταν δύο: Η πρόληψη της τρομοκρατίας αφενός και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών, στο πεδίο της ολοκληρωμένης διαχείρισης συνόρων, αφετέρου.
 
Ι. Ως προς το πρώτο θέμα ο Υπουργός Εσωτερικών επεσήμανε τα εξής: 

Οι ρίζες της σύγχρονης τρομοκρατίας είναι εξαιρετικά πολύπλοκες. Γι’ αυτό η αντιμετώπισή της, ως φαινομένου που τείνει να πλήξει το κοινωνικό σύνολο και, εν τέλει, την ίδια τη Δημοκρατία, δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, ούτε να γίνει με μέσα επιφανειακά και αποσπασματικά. Η πάταξη της τρομοκρατίας απαιτεί συλλογικότητα, συνολική αντιμετώπιση και μακροπρόθεσμο και συνεπή σχεδιασμό και προγραμματισμό. 

Πριν από κάθε άλλη παρατήρηση, χαίρομαι, από την πλευρά της Χώρας μου, διότι σήμερα είναι πλέον κοινή πεποίθηση – δυστυχώς δεν ήταν πριν από λίγα χρόνια – ότι κάθε προσπάθεια πάταξης της τρομοκρατίας δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, σε βάρος της Δημοκρατίας και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτά κατοχυρώνονται τόσο από την κάθε έννομη τάξη κάθε Κράτους-Μέλους όσο και από τη διεθνή έννομη τάξη. Με άλλες λέξεις για τη σύγχρονη Δημοκρατία, ιδίως δε για τον διαχρονικό ευρωπαϊκό δημοκρατικό πολιτισμό, εκπτώσεις σε βάρος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εν ονόματι, δήθεν, της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας δεν είναι νοητές και δεν είναι επιτρεπτές. Η Δημοκρατία δεν μπορεί να διακατέχεται από φοβικά σύνδρομα. Απαντά στους εχθρούς της – και, μεταξύ αυτών, ιδίως στον τρομοκράτη και την τρομοκρατία – με αιχμή του δόρατος την Ελευθερία. 

Μετά την παρατήρηση αυτή θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως η εκδήλωση της τρομοκρατίας σήμερα, σε όλες της τις εκφάνσεις, οφείλεται βεβαίως και σε ορισμένες πτυχές της παγκοσμιοποίησης και στις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας. Πλην όμως είναι κοινώς γνωστό ότι τη γέννηση της τρομοκρατίας ευνοούν και συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, που πρέπει να μελετήσουμε και ν’ αντιμετωπίσουμε ριζικά και σε βάθος χρόνου, αν θέλουμε πραγματικά να δούμε την αλήθεια κατάματα και ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την τρομοκρατία.

Έτσι, εύφορο έδαφος για τη γέννηση και την εκδήλωση της τρομοκρατίας αποτελούν και οι κοινωνικές ανισότητες, τα γκέτο των μεγάλων αστικών κέντρων και η απομόνωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ειδικότερα οι τρομοκράτες και η τρομοκρατία ευνοούνται από τη χαλαρότητα του κοινωνικού ιστού και κυρίως από το γεγονός της έλλειψης της κοινωνικής αλληλεγγύης και της καθημερινής επικοινωνίας των ανθρώπων, ιδίως όταν μάλιστα αυτοί ζουν στην ίδια γειτονιά ή και στην ίδια στέγη.

Ακριβώς για το λόγο αυτό στη ριζική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας συμβάλλει βεβαίως και η ανταλλαγή πληροφοριών – πάντα με πλήρη σεβασμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – τόσο μεταξύ των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Europol, FRONTEX κλπ ), όσο και μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. Αυτό όμως δεν αρκεί:

Είναι εξαιρετικά χρήσιμο ν’ αξιοποιήσουμε – χωρίς, επαναλαμβάνω, σε καμία περίπτωση ν’ αναβιώσουμε ένα αστυνομικό κράτος – τα Αστυνομικά Τμήματα στις γειτονιές – και ιδίως στις πιο υποβαθμισμένες – και τις πεζές περιπολίες. Τούτο δεν μπορεί σήμερα να συνιστά κίνδυνο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Και γιατί λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα προστασίας τους αλλά και γιατί ο ίδιος ο ρόλος της Αστυνομίας έχει αλλάξει. Με δεδομένο τον εκδημοκρατισμό – σ’ επίπεδο οργάνωσης στελεχών, δράσεων και άσκησης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων – των Σωμάτων Ασφαλείας στις Χώρες μας, ο πολίτης εμπιστεύεται σήμερα τα στελέχη τους. Επιζητεί τη συνεργασία τους. Δεν τα βλέπει ως «επίδοξο καταπατητή» δικαιωμάτων, αλλά, πρωτίστως, ως συμπαραστάτη στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας και, ιδίως, στην απάλυνση του ανθρώπινου πόνου και της ανθρώπινης αγωνίας. 

Στο ίδιο πλαίσιο – βεβαίως με τη σημαντική διαφοροποίηση της άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης και την ιδιομορφία του ρόλου τους – οφείλουμε, και σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, να δούμε τις τεράστιες δυνατότητες που μπορεί ν’ αναπτύξει η Τοπική Αυτοδιοίκηση με τις κοινωνικές δομές και δραστηριότητές της, για να συμπαρασταθεί στους πολίτες, να τους φέρει σε καθημερινή επαφή και να συσφίξει έτσι δραστικά τον κοινωνικό ιστό. Μπαίνοντας σε κάθε σπίτι που έχει ανάγκη, η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί ν’ αποδυναμώσει σταδιακά γενεσιουργές αιτίες τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος, όπως είναι η κοινωνική αδικία, ο ανθρώπινος πόνος, η μοναξιά.
Προς την κατεύθυνση αυτή των συνδυασμένων κινήσεων, με βασικό στόχο την υπεράσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Ελλάδα είναι έτοιμη να συμβάλει στην κοινή προσπάθεια για την αντιμετώπιση της μάστιγας της τρομοκρατίας.
 
ΙΙ. Από την πλευρά της Ελλάδας χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία της Πορτογαλικής Προεδρίας να θέσει στις προτεραιότητές της και την προώθηση της συζήτησης για τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογικών συστημάτων στα εξωτερικά σύνορα με πλήρη σεβασμό των κάθε είδους Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η πρωτοβουλία αυτή τείνει, όπως είναι ευνόητο, μεταξύ άλλων και στην αντιμετώπιση του φαινομένου της παράνομης μετανάστευσης και δη της λαθρομετανάστευσης. Στο σημείο όμως αυτό θα ήθελα να κάνω τις ακόλουθες επισημάνσεις, τις οποίες διαχρονικά έχει υιοθετήσει η Ελλάδα:

                     Πρώτον, η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης και των επιπτώσεών της δεν είναι μόνο θέμα ασφάλειας για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Είναι βεβαίως και αυτό. Είναι όμως, και μάλιστα πρωτίστως, θέμα ανθρωπιστικό, θέμα Δημοκρατίας, θέμα Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι αδιανόητο για κάθε σύγχρονη Δημοκρατία – άρα και για κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ν’ ανέχεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη δράση δουλεμπόρων, την διακινδύνευση της ζωής των ανθρώπων, το φαινόμενο της μαύρης εργασίας που συνεπάγεται η λαθρομετανάστευση και η παράνομη παρουσία υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός του. 
                     Δεύτερον – και κατά συνέπεια – η ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων στηρίζεται και στην γενικευμένη και αποδοτική χρήση των υπαρχουσών τεχνολογιών, βεβαίως υπό τον αυτονόητο όρο του πλήρους σεβασμού όλων, ανεξαιρέτως, των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για το λόγο αυτόν η Ελλάδα συμβάλλει ενεργά – πάντοτε υπό τον προαναφερόμενο αυτονόητο όρο του πλήρους σεβασμού των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – στην ανάπτυξη, μέσα στους κόλπους της Ε.Ε., των νομοθετικών τεχνικών (VIS, SIS II, FRONTEX) και οικονομικών προσπαθειών (Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων), ιδίως της τελευταίας διετίας. Θα εξακολουθήσει δε να βαδίζει με συνέπεια και στο μέλλον προς την ίδια κατεύθυνση.
                     Τρίτον, πλην όμως, τέτοιες πρωτοβουλίες που στηρίζονται αποκλειστικά – ή έστω κατά κύριο μέρος – στη χρήση της τεχνολογίας για την ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων δεν είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσουν, με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα, φαινόμενα όπως η λαθρομετανάστευση και οι συνέπειές της, όπως τις προδιέγραψα, ιδίως όταν αυτή αναπτύσσεται και δια των θαλασσίων συνόρων. Χώρες όπως π.χ. η Ελλάδα, η Ιταλία, η Κύπρος, η Μάλτα, έχουμε πλήρη συνείδηση αυτής της αλήθειας. Όπως έχουμε μπροστά μας την επώδυνη εμπειρία της, μέσω των συνόρων αυτών, ραγδαίας αύξησης της λαθρομετανάστευσης, ιδίως τον τελευταίο καιρό, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες, τόσο σ’ επίπεδο ασφάλειας όσο και, κυρίως, σ’ επίπεδο διασφάλισης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αποφυγής της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, η οποία συνιστά πραγματικό πλήγμα για την Δημοκρατία και τον Πολιτισμό μας.
                     Τέταρτον, μπροστά σ’ αυτές τις προκλήσεις, η Ε.Ε. δεν μπορεί να μένει ικανοποιημένη από μία απλή διαχειριστική αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογικών συστημάτων στα σύνορα εκείνα, όπου τούτο είναι εφικτό. Κάτι τέτοιο, όπως ήδη τόνισα, θα ήταν και ανεπαρκές και ανεδαφικό. Με ρεαλισμό και ειλικρίνεια όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – χωρίς διαχωρισμούς σε «βορά» και «νότο», χωρίς στείρες υπεκφυγές, διότι, δήθεν, κάποιους τα προβλήματα αυτά δεν τους αφορούν – οφείλουμε, ιδίως στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, να δούμε κατάματα τι σημαίνει η ύπαρξη εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ποιες είναι οι αντίστοιχες υποχρεώσεις καθενός μας αλλά και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο διότι είναι προφανές, όχι μόνο για το απώτερο αλλά και για το άμεσο μέλλον, ότι κάθε κράτος-μέλος αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να λάβει τα απαιτούμενα θεσμικά και οικονομικά μέτρα φύλαξης των ευρωπαϊκών εξωτερικών συνόρων και οργάνωσης της δύναμης εκείνης που θα είναι ειδικώς προς τούτο επιφορτισμένη, ανάλογα μάλιστα με την ιδιομορφία κάθε συνοριακής περιοχής. Υπό τα δεδομένα αυτά κάθε κράτος-μέλος, έναντι της κοινής προσπάθειας, θα είναι υπόλογο, με τις αντίστοιχες κυρώσεις, να εκπληρώσει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του. Αλλά και τρίτα κράτη, που είτε θέλουν να διατηρούν απλώς καλές σχέσεις με την Ε.Ε., είτε – και εδώ πολύ περισσότερο – φιλοδοξούν να γίνουν μελλοντικά μέλη της, οφείλουν ν’ αντιληφθούν ότι η μη τήρηση, από την πλευρά τους, στοιχειωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου – ιδίως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου – σε θέματα μετανάστευσης θα επισύρει τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
 
Και για να συνοψίσω: Μόνο με τη συνολική αντίληψη περί εξωτερικών ευρωπαϊκών συνόρων, η οποία λαμβάνει υπόψη της όλες τις παραμέτρους του τι σημαίνει στην πραγματικότητα η ύπαρξη, φύλαξη, και προστασία τους, μπορεί να οδηγηθούμε και σ’ ένα χρήσιμο και αποτελεσματικό κοινό μοντέλο ολοκληρωμένης διαχείρισής τους. Λόγω δε της τεράστιας σημασίας του μοντέλου αυτού για το μέλλον της Ε.Ε. γενικότερα, η δημιουργία του δεν είναι δυνατό να θυσιασθεί σε κοντόφθαλμες λογικές οικονομικού κόστους ή, δήθεν, γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων.
 
ΙΙΙ. Κατά τη διάρκεια του γεύματος έγινε άτυπη συζήτηση για θέματα Πολιτικής Προστασίας. Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση αυτή, από την πλευρά του Υπουργού Εσωτερικών τονίσθηκε – με βάση μάλιστα και την πρόσφατη τραγική εμπειρία των πυρκαγιών, τόσο στην Ελλάδα όσο και σ’ ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη – η ανάγκη περαιτέρω οργάνωσης και ενίσχυσης της Πολιτικής Προστασίας της Ε.Ε. Παράλληλα, ο κ. Παυλόπουλος διευκρίνισε ότι, ανεξάρτητα από την πορεία εξέλιξης αυτού του εγχειρήματος, η Ελληνική Κυβέρνηση ενισχύει δραστικά την Πολιτική Προστασία στη Χώρα μας, στο πλαίσιο του ενιαίου πλέον Υπουργείο Εσωτερικών.
 

                                                                                               ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ 

Τελευταίες Αναρτήσεις